Μετάφραση του "bebas" σε Ελληνικά

Οι ελεύθερος, ανεξάρτητος, ελεύθερος λεύτερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bebas" σε Ελληνικά.

bebas adjective
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • ελεύθερος

    adjective masculine

    Tidak lama kemudian, pelaku kejahatan yang sesungguhnya ditemukan, dan Pedro dibebaskan.

    Πριν περάσει πολύς καιρός, βρέθηκε ο πραγματικός ένοχος και ο Πέντρο αφέθηκε ελεύθερος.

  • ανεξάρτητος

    adjective masculine

    Ia ingin bebas, ingin disembah serta menaburkan semangat pemberontakan.

    Ήθελε να γίνει ανεξάρτητος, αναζήτησε λατρεία για τον εαυτό του κι’ έσπειρε πνεύμα στασιασμού.

  • ελεύθερος λεύτερος

  • λύνω

    verb

    Dia mendambakan kebebasan. hanya cinta sejati yg bisa mematahkan kutukannya.

    Θέλει την ελευθερία της, αλλά μόνο η αληθινή αγάπη μπορεί να λύσει τα μάγια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bebas " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bebas" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δωρεάν
  • ανεξαρτησία · αυτονομία · ελευθερία · προσωπική ελευθερία
  • αδειάζω · αθωώνω · αναιρώ · ανακαλώ · ανακουφίζομαι · ανακουφίζω · απαλλάσσω · απελευθερώνομαι · απελευθερώνω · αποβιβάζω · απογυμνώνω · απολύω · αποστερώ · αφήνω · αφαιρώ · γδύνω · εκβάλλω · εκκενώνω · εκπυρσοκροτώ · λυτρώνω · ξεγραπώνω · ξεγυμνώνω · ξελαφρώνω · ξεμπερδεύω · ξεμπλέκω · ξεντύνω · ξεφορτώνω · παραδίνω · πυροδοτώ · συμπεριφέρομαι · φέρομαι
  • Ανεξιθρησκεία
  • ενέργεια
  • οδός
  • Ελεύθερο λογισμικό
  • κίνημα ελεύθερου λογισμικού
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bebas" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη