Μετάφραση του "berkenan" σε Ελληνικά

Οι έγκριση, έπαινος, εγκρίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "berkenan" σε Ελληνικά.

berkenan
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • έγκριση

    noun feminine

    Senjata kelas 4 dan di bawahnya diperkenankan untuk dipakai selama masa pembersihan.

    Όπλα Κατηγoρίας 4 και κάτω έχουν έγκριση για χρήση στην Εκκαθάριση.

  • έπαινος

    noun

    Tidak ada pujian yang lebih besar yang dapat diterima manusia selain mendapat pengakuan bahwa Allah berkenan kepadanya.

    Δεν υπάρχει μεγαλύτερος έπαινος για έναν άνθρωπο από το να αναγνωριστεί ως επιδοκιμασμένος από τον Θεό.

  • εγκρίνω

    verb

    Penemuan tidak diperkenankan oleh para tetua itu melanggar ajaran kita.

    Εφευρέσεις που δεν έχουν εγκριθεί από τους Γηραιούς... είναι ενάντια στις διδαχές μας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εναρμονίζομαι
    • επιδοκιμασία
    • συμφωνώ
    • συναρμόζομαι
    • συνδυάζομαι
    • σύσταση
    • ταιριάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " berkenan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "berkenan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αποδοχή
  • άδεια · έγκριση · συγκατάθεση · συναίνεση
  • αφήνω · δέχομαι · δίνω · εγκρίνω · επιδέχομαι · επιτρέπω · λαμβάνω υπ’ όψιν · παίρνω · παραχωρώ · σηκώνω · χορηγώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "berkenan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη