Μετάφραση του "bom" σε Ελληνικά

Οι βόμβα, βομβαρδίζω, Βόμβα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bom" σε Ελληνικά.

bom noun
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • βόμβα

    noun feminine

    Kau adalah gadis yang memiliki bom di otaknya.

    Είσαι το κορίτσι με τη βόμβα στο κεφάλι της.

  • βομβαρδίζω

    verb
  • Βόμβα

    Kau adalah gadis yang memiliki bom di otaknya.

    Είσαι το κορίτσι με τη βόμβα στο κεφάλι της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βομβαρδισμός
    • νάρκη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη