Μετάφραση του "botol" σε Ελληνικά

Οι μπουκάλι, φιάλη, μπουκάλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "botol" σε Ελληνικά.

botol noun γραμματική
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • μπουκάλι

    noun neuter

    δοχείο

    Tak minum dari botolnya, berarti kau punya masalah.

    Αν πίνεις από το μπουκάλι, τότε έχεις πρόβλημα.

  • φιάλη

    noun feminine

    Cairan di botol ini tidak mengandung satupun elemen yang ditemukan di dunia ini.

    Το υγρό που υπάρχει στη φιάλη, δεν αποτελείται από κανένα χημικό στοιχείο που υπάρχει σ'αυτό το κόσμο.

  • μπουκάλα

    noun

    Ada mayat dibawah sana, tapi kalian malah bermain botol berputar.

    Υπάρχουν κάποια γαμημένα πτώματα κάτω, κι εσείς παίζετε γαμημένη μπουκάλα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βύτη
    • γλάστρα
    • μποτίλια
    • φλασκί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " botol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Botol
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • Φιάλη

    Botolnya ada di apartemenku di New York.

    Η φιάλη είναι στο διαμέρισμα μου, στη Νέα Υόρκη.

Φράσεις παρόμοιες με "botol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "botol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη