Μετάφραση του "dioda" σε Ελληνικά

Το δίοδος είναι η μετάφραση του "dioda" σε Ελληνικά.

dioda
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • δίοδος

    noun masculine

    Contohnya, terowongan dioda, sebuah komponen yang digunakan dalam elektronika, yang berhasil berkat keajaiban terowongan kuantum.

    Για παράδειγμα, η δίοδος σήραγγας, ένα εξάρτημα που χρησιμοποιείται στην ηλεκτρονική, λειτουργεί χάρις στα θαύματα της κβαντικής σήραγγας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dioda " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dioda" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βρομίζω · λεκιάζω · λερώνω · μολύνω · ρυπαίνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dioda" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη