Μετάφραση του "interaksi" σε Ελληνικά
Οι αλληλεπίδραση, συνεργάζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interaksi" σε Ελληνικά.
interaksi
noun
-
αλληλεπίδραση
noun feminineSaya sudah terbiasa dan mengharapkan tingkat interaksi seperti ini.
Έχω φτάσει σε σημείο να την περιμένω πια αυτή την αλληλεπίδραση.
-
συνεργάζομαι
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interaksi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "interaksi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θεμελιώδης αλληλεπίδραση
-
συμπεριφέρομαι · συνεργάζομαι · φέρομαι
-
Κοινωνικές σχέσεις
-
θεμελιώδης αλληλεπίδραση
-
κοινωνική σχέση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη