Μετάφραση του "kegeraman" σε Ελληνικά

Οι αγανάκτηση, θυμός, οργή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kegeraman" σε Ελληνικά.

kegeraman
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • αγανάκτηση

    noun feminine

    ”Kritik yang ditujukan kepada Saksi-Saksi Yehuwa membuat saya geram,” tulis seorang anggota dewan regional setelah membaca risalah tersebut.

    «Η επίκριση που εκτοξεύεται εναντίον των Μαρτύρων του Ιεχωβά με γεμίζει αγανάκτηση», έγραψε ένας τοπικός σύμβουλος όταν διάβασε το φυλλάδιο.

  • θυμός

    noun masculine

    Namun, seorang penatua yang bijaksana ingat bahwa ”jawaban yang lemah lembut meredakan kegeraman.”

    Όμως ο σοφός πρεσβύτερος θυμάται ότι «η γλυκεία απόκρισις καταπραΰνει θυμόν».

  • οργή

    noun feminine

    Orang yang sombong tidak sabar, cepat melampiaskan kegeraman, jauh berbeda dari panjang sabar.

    Τα υπερήφανα άτομα είναι ανυπόμονα, γρήγορα εκφράζουν οργή και κάθε άλλο παρά μακρόθυμα είναι.

  • χολή

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kegeraman " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kegeraman" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δαιμονίζω · εκνευρίζω · εξαγριώνω · εξοργίζω · κάνω Τούρκο · κάνω έξω φρενών · πειράζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kegeraman" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη