Μετάφραση του "kemasyarakatan" σε Ελληνικά
Το κοινωνικός είναι η μετάφραση του "kemasyarakatan" σε Ελληνικά.
kemasyarakatan
-
κοινωνικός
adjective masculineNamun dewasa ini, ketidakadilbenaran —kurangnya integritas —merongrong seluruh lapisan masyarakat.
Αλλά σήμερα, η έλλειψη τιμιότητας—που φανερώνει έλλειψη ακεραιότητας—διαβρώνει όλα τα κοινωνικά στρώματα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kemasyarakatan " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kemasyarakatan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μη κυβερνητικές οργανώσεις · μη κυβερνητική οργάνωση
-
Δημόσιες Σχέσεις · δημόσιες σχέσεις
-
δημόσια υγεία
-
αταξική κοινωνία
-
αλητεία · απόβρασμα · αχρείος · κάθαρμα · λεχρίτης · σκύβαλο · συρφετός · όχλος
-
κοινωνία των πολιτών
-
κοινωνικός
-
έθνος · κατοικημένη περιοχή · κοινωνία · κοινότητα · κόσμος · λαός · φυλή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη