Μετάφραση του "kuasa" σε Ελληνικά

Οι έλεγχος, αλκή, απόδοση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kuasa" σε Ελληνικά.

kuasa
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • έλεγχος

    noun masculine

    Dunia sekali lagi terhuyung-huyung ke ambang bencana yang siap meledak, dan kekuasaan terhadap sumber-sumber minyak merupakan akar permasalahannya.

    Ο κόσμος άλλη μια φορά ταλαντευόταν στο χείλος πιθανής καταστροφής, και ο έλεγχος των αποθεμάτων του πετρελαίου ήταν το ουσιαστικό ζήτημα.

  • αλκή

    noun
  • απόδοση

    noun

    Di ayat 11, orang-orang yang berkuasa dan berpengaruh, seperti raja-raja dan hakim-hakim, diundang untuk ikut memuji.

    Στο εδάφιο 11, ισχυροί και σημαίνοντες άνθρωποι, όπως βασιλιάδες και κριτές, καλούνται να συμμετάσχουν στην απόδοση αίνου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δίκαιο
    • δεξιότητα
    • δημόσιο αξίωμα
    • δικαιοδοσία
    • δυναμικότητα
    • δυνατότητα
    • δύναμη
    • ενέργεια
    • εξουσία
    • επήρεια
    • επίδραση
    • επενέργεια
    • επιτηδειότητα
    • ικανότητα
    • ισχύς
    • κρατική υπηρεσία
    • πηγή
    • προσδιορισμός
    • ρωμαλεότητα
    • ρώμη
    • τρόπος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kuasa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kuasa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Διάκριση των εξουσιών
  • Εξουσία
  • έλεγχος · δύναμη · επιρροή · ισχύς · κυριαρχία
  • δραστικός · εξουσιάζω · επικρατών · ισχυρός · κυβερνώ · κυρίαρχος · κυριαρχώ
  • πολιτική δύναμη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kuasa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη