Μετάφραση του "kursi" σε Ελληνικά

Οι καρέκλα, Καρέκλα, θέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kursi" σε Ελληνικά.

kursi noun
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • καρέκλα

    noun feminine

    Έπιπλο που αποτελείται από κάθισμα, πόδια, στήριγμα για την πλάτη, ενίοτε και για τα μπράτσα, πάνω στο οποίο μπορεί κάποιος να καθίσει. [..]

    Itu ada di bawah kursi.

    Είναι κάτω από την καρέκλα.

  • Καρέκλα

    Itu ada di bawah kursi.

    Είναι κάτω από την καρέκλα.

  • θέση

    noun feminine

    Jika aku di kursi kiri ketika panggilan muncul, aku aduk tank.

    Αν ήμουν εγώ στη θέση σου και μου έλεγαν να αυξήσω τη ροή, θα την αύξανα.

  • κάθισμα

    noun neuter

    objek untuk diduduki

    Cara terbaik adalah menunggu, Karena mereka duduk di kursi yang nyaman.

    Μπορεί να περιμένει όσο βολεύετε σε αναπαυτικά καθίσματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kursi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kursi"

Φράσεις παρόμοιες με "kursi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kursi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη