Μετάφραση του "main" σε Ελληνικά

Οι παίζω, έχω σεξουαλική επαφή, γαμώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "main" σε Ελληνικά.

main verb γραμματική
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • παίζω

    verb

    Tom tidak bisa bermain tenis.

    Ο Τομ δεν μπορεί να παίξει τένις.

  • έχω σεξουαλική επαφή

    verb

    κοιμάμαι(με)

    Orang yang melakukan hubungan seks menyebutnya ”bermain cinta” dan memperlihatkan sikap tidak peduli.

    Αυτοί που έχουν σεξουαλική επαφή λένε ότι «κάνουν έρωτα» και έτσι δείχνουν την άγνοιά τους γι’ αυτήν.

  • γαμώ

    verb

    κοιμάμαι(με)

    Benar, tapi akan ada kegaduhan di permainan pesta.

    Σωστά, αλλά θα είναι και γαμώ τα παιχνίδια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάνω
    • κάνω έρωτα
    • κοιμάμαι
    • παίρνω
    • πηδώ
    • συνευρίσκομαι
    • συνουσιάζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " main " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "main" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απεικόνιση · ομοίωμα · παιχνίδι
  • Κονσόλα βιντεοπαιχνιδιού
  • Επιτραπέζιο παιχνίδι
  • διασκέδαση · εν λευκώ · εξέλιξη · ζωηρή διασκεδαση · ηθοποιία · ξέφρενο παιχνίδι · παίζω · παιχνίδι · σειρά · υποκριτική · χωρίς περιορισμό
  • Παιχνίδι ρόλων
  • λούνα παρκ
  • θεατρινισμός · καραγκιοζιλίκι · κοροϊδεύω · κριτικάρω · μετέρχομαι · μεταχειρίζομαι · περιπαίζω · ρίχνω · υβρίζω · φάρσα · χλευάζω · χρησιμοποιώ
  • παιχνίδι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "main" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη