Μετάφραση του "malu" σε Ελληνικά

Οι ντροπαλός, ατίμωση, δυσμένεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "malu" σε Ελληνικά.

malu adjective
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • ντροπαλός

    adjective masculine

    Saya telah mencoba untuk memulai pembicaraan subjek yang menyibukkan saya tapi saya seperti pindah karena saya malu.

    Έχω προσπαθήσει να θίξω ένα θέμα που με απασχολεί αλλά δεν προχώρησα τόσο, όσο είμαι ντροπαλός.

  • ατίμωση

    noun feminine

    40 Aku akan membuat kalian dihina dan dipermalukan selamanya, dan itu akan terus diingat.”’”

    40 Θα φέρω πάνω σας αιώνια ατίμωση και αιώνια ταπείνωση που δεν θα ξεχαστεί»”».

  • δυσμένεια

    noun feminine

    Unitmu juga dibubarkan dengan rasa malu.

    Η μονάδα σου διαλύθηκε σε δυσμένεια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καβγάς
    • κοκκινίζω
    • μειώνω
    • ντροπή
    • ντροπιάζομαι
    • ταπεινώνω
    • φιλονικία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " malu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "malu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ντροπή
  • ρεζιλεύω
  • ακροπατώ · πατώ στις μύτες των ποδιών μου
  • ατίμωση · δυσμένεια · πέος · φύση · όργανο
  • εξευτελίζω · ντροπιάζω · προσβάλλω · ταπεινώνω · φέρνω σε δύσκολη θέση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "malu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη