Μετάφραση του "mati" σε Ελληνικά

Οι θάνατος, πεθαίνω, νεκρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mati" σε Ελληνικά.

mati adjective verb
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • θάνατος

    noun masculine

    Lalu kematian palsunya dan membiarkanku mati sebagai Don.

    Και έπειτα σκηνοθέτησε τον θάνατο του και με άφησε να πεθάνω ως Ντον.

  • πεθαίνω

    verb

    Dia tidak tercakar, tapi dia bisa saja mati.

    Δεν έπαθε γρατζουνιά αλλά θα μπορούσε να πεθάνει.

  • νεκρός

    adjective

    Jika dia tidak datang. Aku pasti sudah mati.

    Αν δεν είχε δείξει μέχρι, θα ήμουν νεκρός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θανατάς
    • πεθαμένος
    • πεθαμός
    • άζωος
    • άψυχος
    • αποβιώνω
    • αποθαμός
    • αποθνήσκω
    • χάρος
    • αποθαρρύνω
    • αποκαρδιώνω
    • εκπνέω
    • πτοώ
    • σβησμένο
    • σταματώ
    • υποφέρω
    • χαλώ
    • ψοφάω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mati " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mati" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μαύρη πανώλη
  • Θανατηφόρος ένεση
  • Μαύρη Πανώλη · επιδημία πανούκλας · η επιδημία της πνευμονικής πανώλους · μαύρη πανώλη
  • τοκετός θνησιγενούς νεογνού
  • αποβολή
  • λιμοκτονώ
  • ασφυκτιώ · πνίγομαι
  • αδυναμία · ανημποριά · ανικανότητα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mati" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη