Μετάφραση του "melengkapi" σε Ελληνικά
Οι αρματώνω, εξαρτίζω, εξοπλίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "melengkapi" σε Ελληνικά.
melengkapi
-
αρματώνω
verb -
εξαρτίζω
verb -
εξοπλίζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εφοδιάζω
- ολοκληρώνω
- προμηθεύω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " melengkapi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "melengkapi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αξεσουάρ · εξάρτημα · επιπρόσθετο · συμπλήρωμα
-
πάντα ανολοκλήρωτο
-
Εξοπλισμός ποδοσφαιριστή
-
εξοπλισμός · εργοστάσιο όπλων · εφοδιασμός · κιβώτιο · στρατόπεδο · σύνεργα
-
αναθέτω παραγγελία · εξοπλίζω · εφοδιάζω · ολοκληρώνω
-
εξοπλίζω · εφοδιάζω · ολόκληρος · πλήρες · πλήρης · συνολικός
-
γραμματοκιβώτιο εξοπλισμού
-
βαρύ πυροβολικό · εξοπλισμός · σύνεργα ψαρικής · όπλο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη