Μετάφραση του "memperbolehkan" σε Ελληνικά

Οι αφήνω, δέχομαι, δίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "memperbolehkan" σε Ελληνικά.

memperbolehkan
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • αφήνω

    verb

    Aku dan Walter harus menyelesaikannya, tapi kau tidak memperbolehkan.

    Walter και εγώ πρέπει να το τελειώσω, αλλά δεν θα μας αφήσει.

  • δέχομαι

    verb

    Susunannya kelihatan sangat stabil tapi tak boleh ada desakan.

    Η δομή μπορεί να δείχνει απόλυτα σταθερή αλλά δε μπορεί να δεχτεί πιέσεις.

  • δίνω

    verb

    Tak boleh ada yang memberikan kayu untuk pembakarannya.

    Κανείς δεν θα δώσει ξύλο για την πυρά του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγκρίνω
    • επιδέχομαι
    • επιτρέπω
    • λαμβάνω υπ’ όψιν
    • παίρνω
    • σηκώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " memperbolehkan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "memperbolehkan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Λίστα επιτρεπόμενων χρηστών
  • φράση αποδοχής
  • εκπίπτω · στερούμαι · χάνω δικαίωμα
  • έχων σώας τας φρένας · αντεπεξέρχομαι · αρτιμελής · δύναμαι · επιτρέπεται · κονσερβοποιώ · μπορώ · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω
  • αφήνω · δίνω · εγκρίνω · επιτρέπω
  • απόδοση · δεξιοτεχνία · δεξιότητα · διαμέτρημα · δυναμικότητα · δυνατότητα · επιτηδειότητα · ικανότητα · προσδιορισμός · προσόν · χάρισμα
  • πιθανός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "memperbolehkan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη