Μετάφραση του "meneriakkan" σε Ελληνικά

Οι κράζω, κραυγάζω, ξεφωνίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "meneriakkan" σε Ελληνικά.

meneriakkan
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • κράζω

    verb

    Aku takkan berdiri di sini dan meneriaki kalian seharian.

    Δεν θα καθήσω εδώ και να σας κράζω όλη μέρα.

  • κραυγάζω

    verb

    (Mat 26:65) Ketika Yesus berdiri di hadapan Pilatus, Kayafas tentu termasuk di antara orang-orang yang meneriakkan, ”Pantek dia!

    (Ματ 26:65) Όταν ο Ιησούς βρισκόταν ενώπιον του Πιλάτου, αναμφίβολα ο Καϊάφας ήταν εκεί και κραύγαζε: «Κρέμασέ τον στο ξύλο!

  • ξεφωνίζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στριγκλίζω
    • φωνάζω
    • φωνασκώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " meneriakkan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "meneriakkan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη