Μετάφραση του "mengamalkan" σε Ελληνικά

Οι άσκηση, αξιοποιώ, δίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mengamalkan" σε Ελληνικά.

mengamalkan
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • άσκηση

    noun feminine

    Tetapi dengan mengamalkan iman kepada-Nya, kita menjadi diinsafkan terhadap kemampuan dan kesediaan-Nya untuk mengampuni dosa.

    Όμως με την άσκηση πίστης σε Εκείνον, μεταστρεφόμαστε στην ικανότητα και στην προθυμία Του να συγχωρεί την αμαρτία.

  • αξιοποιώ

    verb
  • δίνω

    verb

    Tuhan tak menyuruh kita beramal pada orang yang sehat dan mampu bekerja.

    Ο Θεός δε δίνει ελεημοσύνη στους υγιείς και ικανούς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διεξάγω
    • επαλείφω
    • επιδίδομαι
    • επιθέτω
    • επιχρίω
    • εφαρμόζομαι
    • εφαρμόζω
    • ισχύω
    • παρέχω
    • πρακτική
    • υποβάλλω αίτηση
    • χρησιμοποιώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mengamalkan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mengamalkan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγαθοεργία · ευμένεια · ευσπλαχνία · φιλανθρωπία
  • Μαντείο
  • άσκηση · πολιτική · πρόγραμμα
  • αγαθοεργία · ευμένεια · ευσπλαχνία · φιλανθρωπία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mengamalkan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη