Μετάφραση του "mengeratkan" σε Ελληνικά
Οι ασφαλίζω, δυναμώνω, ενδυναμώνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mengeratkan" σε Ελληνικά.
mengeratkan
-
ασφαλίζω
verb -
δυναμώνω
verb -
ενδυναμώνομαι
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ενισχύομαι
- ενισχύω
- ισχυροποιούμαι
- ισχυροποιώ
- στερεώνομαι
- σφίγγομαι
- τεντώνομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mengeratkan " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mengeratkan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έλλειψη · ανεπάρκεια · στενότητα
-
κολλητός
-
τρωκτικά
-
τρωκτικό
-
ακρωτηριάζω · βράζω · δαγκώνω · ζέω · κόβω · μαχαιρώνω · μειώνω · ροκανίζω · συρρικνώνω · τρώω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη