Μετάφραση του "mengikatkan" σε Ελληνικά
Οι δένομαι, επαλείφω, επιθέτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mengikatkan" σε Ελληνικά.
mengikatkan
-
δένομαι
verbSaya tidak benar-benar tertarik dalam ikatan karena kehilangan orang tua saya.
Δε θέλω να δένομαι με κάποιον μόνο και μόνο επειδή χάσαμε κι οι δυο γονείς.
-
επαλείφω
verb -
επιθέτω
verb -
επιχρίω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mengikatkan " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mengikatkan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κεφαλόδεσμος
-
Δεσμός π
-
πλαίσιο μη δεσμευμένου αντικειμένου
-
αλυσίδα · χημικός δεσμός
-
γοητεύω · δελεάζω · ελκυστικός · ελκύω · μαγεύω · παρασύρω · προσελκύω
-
δέμα · δένω · πακέτο · συνδέω
-
διαδικασία σύνδεσης · σύνδεση
-
συνδετήρας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη