Μετάφραση του "mol" σε Ελληνικά

Οι γραμμομόριο, τυφλοπόντικας, Γραμμομόριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mol" σε Ελληνικά.

mol
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • γραμμομόριο

    noun neuter
  • τυφλοπόντικας

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Mol
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • Γραμμομόριο

    Το γραμμομόριο ή mole μολ (σύμβολο: mol) είναι η μονάδα μέτρησης με την οποία προσδιορίζουμε την ποσότητα ύλης ενός σώματος στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (S.I.) και αποτελεί μία από τις επτά θεμελιώδεις μονάδες του.

Φράσεις παρόμοιες με "mol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Γραμμομοριακό κλάσμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη