Μετάφραση του "mula" σε Ελληνικά

Οι άρχομαι, αιτία, αναπτύσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mula" σε Ελληνικά.

mula noun
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • άρχομαι

    verb
  • αιτία

    noun feminine

    Si kecil inilah alasan kali pertama aku mulai memprogram.

    Αυτό ήταν η αιτία που ξεκίνησα να γράφω κώδικα.

  • αναπτύσσω

    verb

    Saya mulai mengembangkan suatu ide tentang yang saya bisa untuk memperbaiki situasi.

    Άρχισα να αναπτύσσω μια ιδέα για το τι μπορώ να κάνω για να βελτιώσω την κατάσταση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανοίγω
    • αποδύομαι
    • αρχίζω
    • αρχίνημα
    • βάζω μπρος
    • κινώ
    • ξεκίνημα
    • ξεκινώ
    • πιάνω
    • πρόωρος
    • πρώτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mula " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mula" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επανεκκίνηση
  • Μενού "Έναρξη"
  • ημερομηνία έναρξης
  • από · εδώ και
  • άρχομαι · έναρξη · αναπτύσσω · ανοίγω · αποδύομαι · αρχή · αρχίζω · βάζω μπρος · εκπηγάζω · εκπορεύομαι · κηρύσσω έναρξη · κινώ · ξεκινώ · πιάνω
  • αρχή · πρώτος
  • έναρξη · ανατολή · αρχή · αρχίζω · αρχίνημα · αυγή · αφετηρία · εκκίνηση · ξεκίνημα · ξεκινώ · προέλευση · πρώτος · στοιχειώδης
  • άρχομαι · έναρξη · αναχωρώ · ανοίγω · αποδύομαι · από · αρχή · αρχίζω · αρχινίζω · αρχινώ · βάζω μπρος · εδώ και · εκκίνηση · κινώ · ξεκινώ · πιάνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mula" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη