Μετάφραση του "pengajaran" σε Ελληνικά

Οι διαπαιδαγώγηση, διδασκαλία, εκπαιδευτική δράση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pengajaran" σε Ελληνικά.

pengajaran
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • διαπαιδαγώγηση

    noun feminine

    Jika dilaksanakan dengan kemarahan, disiplin secara fisik mengajarkan teguran yang salah.

    Όταν δίνεται με θυμό, η διαπαιδαγώγηση με σωματική τιμωρία διδάσκει λάθος μάθημα.

  • διδασκαλία

    noun feminine

    Seketika itu saya sadar bahwa mengajar dan membuat kartun harus dipisahkan.

    Γρήγορα διαπίστωσα πως έπρεπε να διαχωρήσω την διδασκαλία από την εικονογράφηση.

  • εκπαιδευτική δράση

    noun
  • μόρφωση

    noun feminine

    Saya bersyukur karena Yehuwa mau mengajar saya, orang yang berpendidikan rendah.

    Ευχαριστώ τον Ιεχωβά που μου επέτρεψε να διδαχτώ από εκείνον, αν και έχω περιορισμένη μόρφωση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pengajaran " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pengajaran" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ο οργανισμός που μαθαίνει
  • Αίρεση
  • διάολε · να πάρει ο διάολος
  • διδάσκω
  • δίδαγμα · διαπαιδαγώγηση · διδασκαλία · δόγμα · εκπαιδευτική δράση · φιλοσοφία
  • δίνω οδηγίες · διδάσκω · εκπαιδεύομαι · εκπαιδεύω · εκπολιτίζω · εξανθρωπίζω · καθοδηγώ · πειθαρχώ · προετοιμάζομαι · προετοιμάζω · προπονούμαι · προπονώ · σημαδεύω · σκοπεύω · ταξιδεύω
  • Μηχανική μάθηση
  • Ηλεκτρονική μάθηση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pengajaran" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη