Μετάφραση του "predikat" σε Ελληνικά
Οι κατηγόρημα, κατηγορούμενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "predikat" σε Ελληνικά.
predikat
-
κατηγόρημα
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " predikat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Predikat
-
κατηγορούμενο
nounεπίθετο ή ουσιαστικό, που αποδίδει χαρακτηριστικό στο υποκείμενο μέσω συνδετικού ρήματος
Karena the·osʹ yang kedua adalah kata benda predikat tunggal yang muncul di depan kata kerja dan tanpa kata sandang tertentu ho dalam bahasa Yunani.
Επειδή το δεύτερο θεός, που είναι ουσιαστικό στον ενικό αριθμό, χρησιμεύει ως κατηγορούμενο, βρίσκεται πριν από το ρήμα και δεν έχει το οριστικό άρθρο ο.
Φράσεις παρόμοιες με "predikat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Λογική πρώτου βαθμού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη