Μετάφραση του "punya" σε Ελληνικά

Οι έχω, κατέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "punya" σε Ελληνικά.

punya verb
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • έχω

    verb

    Tom tidak punya kantor.

    Ο Θωμάς δεν έχει γραφείο.

  • κατέχω

    verb

    Jika memang dia punya kekuatan, maka dia sudah lakukan untuk tujuan baik.

    Αν κατέχει δυνάμεις τότε τις χρησιμοποιεί πολύ καλά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " punya " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "punya" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανήκω · αρμόζω · εκτείνομαι · ιδιοκτησία · κατέχω · κτήση · πάω · πηγαίνω · πρέπω · ταιριάζω · τοποθεσία
  • έχω · αποδέχομαι · αποκομίζω · απολαύω · αποτελούμαι · αρρωσταίνω · βιώνω · δίνω · διατηρώ · επιτυγχάνω · ζω · κάνω · κατέχω · καταναλώνω · καταφέρνω · κουβαλάω · κουβαλώ · κρατώ · λαμβάνω · νοσώ · παθαίνω · περιέχω · περικλείω · περιλαμβάνω · προκαλώ · συγκαταλέγω · συμπεριλαμβάνω
  • ανήκω · αρμόζω · εκτείνομαι · ιδιοκτησία · κατέχω · κτήση · πάω · πηγαίνω · πρέπω · ταιριάζω · τοποθεσία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "punya" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη