Μετάφραση του "rantai" σε Ελληνικά
Οι αλυσίδα, άλυσος, μονάδα μήκους είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rantai" σε Ελληνικά.
rantai
noun
-
αλυσίδα
noun feminineBencana ini masih terus menuju ke atas rantai makanan.
Συνεχίζει την ανοδική διαδρομή της μέσα στην τροφική αλυσίδα.
-
άλυσος
noun feminine -
μονάδα μήκους
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rantai " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rantai" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διαχείριση εφοδιαστικής αλυσίδας
-
Τροφική αλυσίδα
-
τροφική αλυσίδα
-
μονάδα μήκους
-
αλυσοπρίονο
-
μονάδα μήκους · μπρασελέ
-
δένομαι · δένω · ενώνω · συνδέω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη