Μετάφραση του "rapuh" σε Ελληνικά
Οι αδύναμος, εύθραυστος, Ψαθυρότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rapuh" σε Ελληνικά.
rapuh
-
αδύναμος
adjective masculinehidup yang rapuh, menyedihkan, dan tergantung pada orang lain tidak menyenangkan,
το να είσαι αδύναμος και μίζερος και εξαρτημένος δεν είναι διασκεδαστικό,
-
εύθραυστος
adjective masculinePete adalah pasien ku, dan eh, sangat rapuh.
Ο Πητ είναι ασθενής μου και ιδιαίτερα εύθραυστος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rapuh " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Rapuh
-
Ψαθυρότητα
Φράσεις παρόμοιες με "rapuh" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αδυναμία · ανημποριά · ατονία · εξάντληση
-
αδυνατίζω · αποδυναμώνομαι · εξασθενίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη