Μετάφραση του "semen" σε Ελληνικά

Οι τσιμέντο, σπέρμα, σπερματικό υγρό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "semen" σε Ελληνικά.

semen noun
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • τσιμέντο

    noun neuter

    Kami menemukan tiga orang yang membuatnya marah dengan tangan direkatkan ke atas meja dan semen memuai dalam leher.

    Βρήκαμε τρεις που τον κάρφωσαν με τα χέρια κολλημένα σε τραπέζι και τσιμέντο στο λαρύγγι.

  • σπέρμα

    noun neuter

    Aku akan menjilat nya semen dari vagina mu!

    Θα γλείψω το σπέρμα του απ'το μουνί σου!

  • σπερματικό υγρό

    noun
  • υγρό εκσπερμάτωσης

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " semen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "semen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη