Μετάφραση του "sikat" σε Ελληνικά

Οι βούρτσα, χτένα, βουρτσίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sikat" σε Ελληνικά.

sikat noun
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • βούρτσα

    noun feminine

    Dia memberi mereka jus serta membawakan sikat pakaian, sebaskom air, dan beberapa handuk.

    Τους έβαλε λίγο χυμό και τους έφερε μια βούρτσα για τα ρούχα, μια λεκάνη με νερό και πετσέτες.

  • χτένα

    noun feminine
  • βουρτσίζω

    verb

    Aku sikat gigi saya ke sana, kau tahu?

    Το ακούω μέχρι και όταν βουρτσίζω τα δόντια μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κτένι
    • τσατσάρα
    • χτενίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sikat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sikat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγγίζω · αποκομίζω · βουρτσίζω · εξαντλώ · καθαρίζω · καταναλίσκω · μειώνω · σβήνω · σκουπίζω
  • οδοντόβουρτσα
  • Οδοντόβουρτσα
  • Κότσυφας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sikat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη