Μετάφραση του "simpan" σε Ελληνικά

Οι αποθηκεύω, κρατώ, απόθεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "simpan" σε Ελληνικά.

simpan
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • αποθηκεύω

    verb

    Saya menggunakan komputer saya untuk menyimpan segala macam informasi yang berkaitan dengan hobi saya.

    Χρησιμοποιώ τον κομπιούτερ μου για να αποθηκεύω κάθε είδους πληροφορίες σχετικά με το χόμπι μου.

  • κρατώ

    verb

    Jika dia menyimpan petinya, kita mungkin bisa menemukan tempat persembunyiannya.

    Αν κράτησε το κιβώτιο, ίσως βρω που κρύβεται.

  • απόθεμα

    noun neuter

    Orang berhikmat ”menyimpan pengetahuan bagaikan harta”, memiliki tabungan pengetahuan untuk digunakan jika dibutuhkan.

    Ο σοφός “αποταμιεύει γνώση”, έτσι ώστε να έχει απόθεμα από το οποίο να αντλεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διατηρώ
    • εναποθέτω
    • εναποθηκεύω
    • κάνω κομπόδεμα
    • κλείνω
    • περιοχή
    • συγκεντρώνω
    • φυλάγω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " simpan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Simpan
+ Προσθήκη

Ινδονησιακά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποθήκευση

    Menyimpan: Hindarkan dari kelembapan, ngengat, dan cahaya.

    Αποθήκευση: Να αποφεύγετε την υγρασία, να το προστατεύετε από το σκόρο και να αποφεύγετε την έκθεση στο φως.

  • αποθηκεύω

    verb

    Saya menggunakan komputer saya untuk menyimpan segala macam informasi yang berkaitan dengan hobi saya.

    Χρησιμοποιώ τον κομπιούτερ μου για να αποθηκεύω κάθε είδους πληροφορίες σχετικά με το χόμπι μου.

Φράσεις παρόμοιες με "simpan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αλλαγή · αποθήκη · αποταμίευση · απόθεμα · εγγύηση · κατάθεση · κεφάλαιο · περιοχή · προκαταβολή · προπληρωμή · ταμίευση
  • Πολιτική διατήρησης
  • Χώρος αποθήκευσης του Exchange
  • μέσο αποθήκευσης δεδομένων
  • έχω · ακουμπώ · αποθηκεύω · αποκρύπτω · αποταμιεύω · διατηρώ · εξοικονομώ · κάνω κομπόδεμα · κάνω κράτηση · κατέχω · καταθέτω · κατακρατώ · καταστέλλω · κλείνω · κρατάω · κρατώ · μαζεύω · μεγαλώνω · παρακρατώ · προφυλάσσω · συγκρατώ · συντηρώ · τοποθετώ · υποβαστώ · φυλάγω
  • ομάδα αποθήκευσης
  • παραμένω
  • Υπηρεσία αποθήκευσης ονομάτων στο Internet
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "simpan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη