Μετάφραση του "parentulo" σε Ελληνικά

Οι οικείος, συγγενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "parentulo" σε Ελληνικά.

parentulo
+ Προσθήκη

Ίντο-Ελληνικά λεξικό

  • οικείος

    noun masculine
  • συγγενής

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "parentulo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη