Μετάφραση του "1" σε Ελληνικά
Οι ένα, μονάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "1" σε Ελληνικά.
1
-
ένα
noun neuterla EN 60730-1:2000 non fornisce la presunzione di conformità senza altra parte della norma.
Το ΕΝ 60730-1:2000 δεν παρέχει τεκμήριο συμμόρφωσης χωρίς ένα άλλο μέρος του προτύπου.
-
μονάδα
noun feminineSe il coefficiente ottenuto è superiore a 1, si applica il coefficiente 1.
Εάν ο συντελεστής που προκύπτει υπερβαίνει τη μονάδα, εφαρμόζεται συντελεστής ίσος με το 1.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " 1 " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "1" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
1-χλωροβουτάνιο
-
καμπύλη καμπάνας
-
1-προπανόλη
-
Επίπεδο μετάδοσης 1
-
Προπανόλη
-
1-βρωμοβουτάνιο
-
Φόρμουλα 1
-
1-βρωμοπροπάνιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη