Μετάφραση του "Alto" σε Ελληνικά

Οι Ένθερμος, ψηλός, υψηλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Alto" σε Ελληνικά.

Alto
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ένθερμος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Alto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

alto adjective masculine γραμματική

Altezza, altitudine relativamente grande. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψηλός

    adjective masculine

    Tom è più alto di sua madre.

    Ο Τομ είναι πιο ψηλός απ' τη μητέρα του.

  • υψηλός

    adjective

    Non è che il bilancio per l'agricoltura sia troppo alto o che l'agricoltura costi troppo.

    Ο αγροτικός προϋπολογισμός δεν είναι πολύ υψηλός, η γεωργία δεν είναι πολύ ακριβή.

  • ψηλά

    adverb

    Il mio tasso di colesterolo è alto.

    Τα επίπεδα της χοληστερόλης μου είναι υψηλά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεγάλος
    • κορυφή
    • μακρύς
    • πάνω από
    • στο πάνω όροφο
    • Άλτο
    • άλτο
    • ένθερμος

Εικόνες με "Alto"

Φράσεις παρόμοιες με "Alto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Alto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη