Μετάφραση του "Ancoraggio" σε Ελληνικά

Οι Αγκυροβόλιο, αγκυροβόλιο, αγκύρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ancoraggio" σε Ελληνικά.

Ancoraggio
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αγκυροβόλιο

    operazioni previste nel porto o ancoraggio di destinazione (carico, scarico, altro

    προβλεπόμενες εργασίες στον λιμένα ή το αγκυροβόλιο προορισμού (φόρτωση, εκφόρτωση, άλλες

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ancoraggio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ancoraggio noun γραμματική

Luogo sicuro o usato per l'ancoraggio di imbarcazioni.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγκυροβόλιο

    noun

    operazioni previste nel porto o ancoraggio di destinazione (carico, scarico, altro

    προβλεπόμενες εργασίες στον λιμένα ή το αγκυροβόλιο προορισμού (φόρτωση, εκφόρτωση, άλλες

  • αγκύρωση

    Per i posti laterali posteriori occorre prevedere due ancoraggi inferiori ed uno superiore.

    Για τις οπίσθιες εξωτερικές θέσεις, πρέπει να προβλέπονται δύο κάτω αγκυρώσεις και μία άνω αγκύρωση.

  • άγκυρα

    noun feminine

    Solo un ancoraggio in muratura.

    Το σπίτι είναι μια άγκυρα από τούβλα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σημείο αγκύρωσης
    • αραξοβόλι
    • άραγμα
    • αγκυροβόλημα
    • αγκυρώνω
    • ελλιμενισμός

Φράσεις παρόμοιες με "Ancoraggio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ancoraggio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη