Μετάφραση του "Cherosene" σε Ελληνικά
Οι Κηροζίνη, κηροζίνη, πετρέλαιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Cherosene" σε Ελληνικά.
-
Κηροζίνη
Cherosene (somma di carboturbo e altro cherosene)
Κηροζίνη (που είναι το άθροισμα του καυσίμου αεριωθουμένων τύπου κηροζίνης και της άλλου είδους κηροζίνης)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Cherosene " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Un cherosene estremamente raffinato usato nelle lampade e stufe a cherosene e nei fornelli da campeggio che non contiene zolfo e produce pochissimo fuliggine. [..]
-
κηροζίνη
nounChiunque sia stato, poteva facilmente usare benzina o cherosene e fare gli stessi danni.
Αυτός που το έκανε θα μπορούσε εύκολα να χρησιμοποιήσει βενζίνη ή κηροζίνη για να κάνει την ίδια ζημιά.
-
πετρέλαιο
noun neuterPrima che potessi raggiungerla per aiutarla, una lampada al cherosene, colpi'il muro ed esplose.
Πριν προλάβω να φτάσω κοντά της και να την βοηθήσω μία λάμπα πετρελαίου χτύπησε στον τοίχο και εξερράγη.