Μετάφραση του "Competenza" σε Ελληνικά

Οι Ικανότητα, ικανότητα, δικαιοδοσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Competenza" σε Ελληνικά.

Competenza
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ικανότητα

    Io credo che le sue capacità e competenze in questa materia, siano esemplari.

    Πιστεύω ότι οι δεξιότητες και η ικανότητα του σε θέματα αυτού του είδους είναι υποδειγματικές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Competenza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

competenza noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικανότητα

    noun feminine

    Non dubito assolutamente né della competenza né della buona volontà, in senso europeo, di tali agenti temporanei.

    Δεν αμφιβάλλω ούτε στιγμή ούτε για την ικανότητα ούτε για την ευρωπαϊκή καλή θέληση αυτών των εκτάκτων υπαλλήλων.

  • δικαιοδοσία

    noun feminine

    Se così fosse, il caso rientrerebbe nella competenza esclusiva del giudice danese.

    Εάν τούτο συμβαίνει, η υπόθεση υπάγεται στην αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δανικών δικαστηρίων.

  • ειδημοσύνη

    noun

    E' questa la Direzione generale che ha competenza in materia e quindi dovrebbe anche averne la responsabilità.

    Είναι η συγκεκριμένη γενική διεύθυνση που έχει την ειδημοσύνη και συνεπώς πρέπει να επωμιστεί την ευθύνη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τεχνογνωσία
    • περιοχή
    • δαημοσύνη

Φράσεις παρόμοιες με "Competenza" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Competenza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη