Μετάφραση του "Lacca" σε Ελληνικά

Οι Βερνίκι, λάκα, λάκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lacca" σε Ελληνικά.

Lacca
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βερνίκι

    Το βερνίκι είναι μια διαφανής, σκληρή, προστατευτική τελική στρώση ή μεμβράνη που χρησιμοποιείται κυρίως στην επεξεργασία του ξύλου, αλλά επίσης και σε άλλα υλικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lacca " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

lacca noun verb feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάκα

    noun

    La si può solitamente riconoscere dal suo aroma di solvente o di lacca.

    Μπορεί συνήθως να αναγνωριστεί από το χαρακτηριστικό άρωμα διαλύτη ή λάκας της.

  • λάκη

    feminine
  • λακ

    noun

    Usa così tanta lacca che potrebbe esplodere se accendesse una sigaretta.

    Η κυρία Λίφολτ βάζει τόση λακ στο κεφάλι της που θα μας ανατινάξει όλους, αν ανάψει τσιγάρο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σμάλτο
    • έγκαυστον
    • εμαγιέ
    • βερνικι
    • βερνικώνω
    • βερνίκι νυχιών

Φράσεις παρόμοιες με "Lacca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lacca" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη