Μετάφραση του "OPERAZIONE" σε Ελληνικά

Οι εγχείρηση, εγχείριση, πράξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "OPERAZIONE" σε Ελληνικά.

operazione noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγχείρηση

    noun feminine

    Fai quella maledetta operazione e torna nel nostro letto.

    Κάνε την καταραμένη την εγχείρηση και γύρνα στο κρεβάτι μας.

  • εγχείριση

    noun

    Sa, non pensavano sarebbe sopravvissuta alla prima operazione. Figuriamoci tre.

    Ξέρεις, δεν πίστευαν ότι θα επιβιώσει από την πρώτη εγχείριση, πόσο μάλλον τις επόμενες τρεις.

  • πράξη

    noun feminine

    L’omologazione in un’unica fase consiste nell’omologazione dell’intero veicolo con un’unica operazione.

    Η έγκριση τύπου σε ένα στάδιο συνίσταται στην έγκριση ενός οχήματος ως συνόλου με μία μόνο πράξη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιχείρηση
    • λειτουργία
    • συναλλαγή
    • δράση
    • επέμβαση
    • εργασίες
    • Πράξη
    • δοσοληψία
    • μαθηματική πράξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " OPERAZIONE " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "OPERAZIONE"

Φράσεις παρόμοιες με "OPERAZIONE" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "OPERAZIONE" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη