Μετάφραση του "Orso" σε Ελληνικά

Οι Αρκούδα, αρκούδα, άρκτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Orso" σε Ελληνικά.

Orso
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αρκούδα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Orso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

orso noun masculine γραμματική

Grande animale da preda della famiglia dei Ursidae, parentato con il cane e l'orsetto lavatore, con il pelo denso, una coda molto corta e i piedi piatti.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρκούδα

    noun feminine

    Grande animale da preda della famiglia dei Ursidae, parentato con il cane e l'orsetto lavatore, con il pelo denso, una coda molto corta e i piedi piatti.

    È grasso come un orso.

    Αυτός είναι χοντρός σαν αρκούδα.

  • άρκτος

    noun feminine

    Esclusione degli orsi dai Pirenei francesi.

    Η φαιά άρκτος των γαλλικών Πυρηναίων.

  • αρκούδα καστανή

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Αρκούδα
    • άρκος

Εικόνες με "Orso"

Φράσεις παρόμοιες με "Orso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αμερικάνικη μαύρη αρκούδα · μαύρη αρκούδα
  • καφέ αρκούδα
  • Ασιατική μαύρη αρκούδα · μαύρη αρκούδα
  • Ασιατική μαύρη αρκούδα · μαύρη αρκούδα
  • Ασιατική μαύρη αρκούδα · μαύρη αρκούδα
  • βραδυκίνητη αρκούδα
  • αρκούδα ursus horribilis · γκρίζλι · γκριζωπή αρκούδα
  • Καφέ αρκούδα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Orso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη