Μετάφραση του "Pescaggio" σε Ελληνικά
Οι Βύθισμα, προσχέδιο, βύθισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pescaggio" σε Ελληνικά.
Pescaggio
-
Βύθισμα
Pescaggio massimo alla partenza autorizzato dall'autorità competente.
Μέγιστο βύθισμα κατάπλου που επιτρέπεται από τις αρμόδιες αρχές.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Pescaggio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
pescaggio
noun
masculine
γραμματική
-
προσχέδιο
-
βύθισμα
Tuttavia, la scelta di una nave di un determinato tonnellaggio è limitata dal pescaggio dei porti.
Ωστόσο, η επιλογή ενός σκάφους συγκεκριμένου μεγέθους περιορίζεται από το βύθισμα των λιμανιών.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη