Μετάφραση του "Specchio" σε Ελληνικά

Οι Καθρέπτης, καθρέφτης, κάτοπτρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Specchio" σε Ελληνικά.

Specchio
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Καθρέπτης

    Specchio con cornice in noce, comprato nel 2006.

    Καθρέπτης καρυδιάς, αγορασμένος το 2006.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Specchio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

specchio noun verb masculine γραμματική

Lastra di vetro trattato in modo tale da riflettere le immagini degli oggetti che gli sono posti di fronte. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθρέφτης

    noun masculine

    Superficie che riflette la luce.

    Uno specchio riflette la luce.

    Ένας καθρέφτης αντανακλά το φως.

  • κάτοπτρο

    noun neuter

    Superficie che riflette la luce.

    Lo specchio interno deve poter essere regolato dal conducente seduto nella posizione di guida.

    Το εσωτερικό κάτοπτρο πρέπει να μπορεί να ρυθμίζεται από τον οδηγό από τη θέση οδήγησης.

  • καθρέπτης

    noun

    Lo shock della rottura dello specchio dovrebbe aver interrotto tutti i collegamenti con la nave.

    Όταν έσπασε ο καθρέπτης, πρέπει να κόπηκαν όλες οι συνδέσεις με το σκάφος.

  • Κάτοπτρο

    superficie riflettente sufficientemente lucida da permettere la riflessione di immagini

    Lo specchio interno deve poter essere regolato dal conducente seduto nella posizione di guida.

    Το εσωτερικό κάτοπτρο πρέπει να μπορεί να ρυθμίζεται από τον οδηγό από τη θέση οδήγησης.

Εικόνες με "Specchio"

Φράσεις παρόμοιες με "Specchio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Specchio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη