Μετάφραση του "Tokio" σε Ελληνικά
Οι Τόκιο, Τόκυο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tokio" σε Ελληνικά.
Tokio
proper
feminine
γραμματική
-
Τόκιο
noun neuterL'imperatore ha concesso un passaggio sicuro fino a Tokio.
Ο αυτοκράτορας έδωσε διαταγή για ασφαλή διαφυγή στο Τόκιο.
-
Τόκυο
noun neuterSi può organizzare, se scende a Tokio e prende un'altra nave.
Αυτό κανονίζεται, αν κατέβεις στο Τόκυο και πάρεις άλλο πλοίο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Tokio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη