Μετάφραση του "Valuta" σε Ελληνικά

Οι Νομισματική μονάδα, νόμισμα, συνάλλαγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Valuta" σε Ελληνικά.

Valuta
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Νομισματική μονάδα

    Valuta da usare nelle notifiche

    Νομισματική μονάδα που χρησιμοποιείται στις γνωστοποιήσεις

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Valuta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

valuta noun verb feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νόμισμα

    noun neuter

    I prefinanziamenti vengono di norma corrisposti nella valuta del paese o del territorio dove il progetto viene eseguito.

    Η προχρηματοδότηση καταβάλλεται κανονικά στο νόμισμα της χώρας ή του εδάφους όπου εκτελείται το έργο.

  • συνάλλαγμα

    noun

    Crediti denominati in valuta estera verso non residenti nell'area dell'euro

    Απαιτήσεις σε συνάλλαγμα έναντι μη κατοίκων ζώνης ευρώ

  • χρήμα

    noun neuter

    In questo periodo, le colonie americane cominciarono ad emettere la propria valuta.

    Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι αμερικανικές αποικίες άρχισαν να εκδίδουν τα δικά τους χρήματα.

  • νομισματική μονάδα

    unità di scambio che ha lo scopo di facilitare il trasferimento di beni e servizi

    La denominazione delle monete rispecchia la valuta indicata sulle monete stesse.

    στον κατάλογο η ονομασία του νομίσματος αντιστοιχεί στη νομισματική μονάδα που αναγράφεται σε αυτό.

Φράσεις παρόμοιες με "Valuta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εναλλακτική νομισματική μονάδα
  • ξένο νόμισμα · συνάλλαγμα
  • αγαπώ · αξίζω · αξιολογώ · εκτιμώ · θεωρώ · κοστολογώ · κρίνω · προβλέπω · προσεγγίζω · υπολήπτομαι · υπολογίζω
  • σκληρό νόμισμα
  • Σκληρό νόμισμα
  • Σύμβολο νομίσματος · σύμβολο νομίσματος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Valuta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη