Μετάφραση του "Vecchio" σε Ελληνικά
Οι μεγαλύτερος, παλιός, γέρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Vecchio" σε Ελληνικά.
Vecchio
-
μεγαλύτερος
adjectiveSei più vecchio di me.
Είσαι μεγαλύτερος από μένα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Vecchio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
vecchio
adjective
masculine
γραμματική
-
παλιός
adjective masculineLui è un mio vecchio amico.
Αυτός είναι παλιός φίλος μου.
-
γέρος
noun masculineIl nostro vecchio ci pestava, quando ce n'era bisogno, la cosa non importava a Tommy.
Ο γέρος μας μάς βαρούσε όποτε ήθελε, κάτι που δεν πείραζε τον Τόμι.
-
ηλικιωμένος
adjective masculineEra un vecchio operaio, ne aveva passate tante e aveva fatto tanti sacrifici.
Ήταν ένας ηλικιωμένος εργάτης που είχε ζήσει πολλά και είχε κάνει πολλές θυσίες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αρχαίος
- παλαιός
- γηραιός
- γέροντας
- γριά
- γριά γέρικο
Εικόνες με "Vecchio"
Φράσεις παρόμοιες με "Vecchio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απηρχαιωμένη μονάδα
-
Ευρώπη
-
Στάρε Μιέστο
-
Παλαιά Διαθήκη
-
επανεξοπλισμός παλαιών μονάδων
-
αρχαίος · γέρος · γριά γέρικο · παλιός
-
αρχαίος · γέρος · γριά γέρικο · παλιός
-
παλιομοδίτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη