Μετάφραση του "a" σε Ελληνικά

Οι σε, προς, με είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "a" σε Ελληνικά.

a noun verb adposition masculine γραμματική

Un piccola distanza preso un luogo o un posto. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σε

    adposition

    Non diremo a nessuno di loro.

    Δεν θα πούμε σε κανέναν γι' αυτούς.

  • προς

    adposition

    Ho incontrato un cane mentre tornavo a casa.

    Συνάντησα έναν σκύλο στο δρόμο προς το σπίτι.

  • με

    adposition

    Ho chiesto a Tom di chiudere la porta.

    Ζήτησα από τον Τομ να κλείσει την πόρτα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στο
    • από
    • επί
    • εις
    • τοις
    • στό
    • δια
    • στα
    • στη
    • στις
    • στον
    • στους
    • να
    • α
    • μέχρι
    • στόν
    • για να
    • διά μέσου
    • εξ αυτού
    • κατά την διάρκ
    • μέσα
    • έι
    • προς τα πίσω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " a " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

A Letter masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Α

    noun

    A.3. non sottopone ad autorizzazione i modellini di aerei appositamente progettati a scopo ricreativo o per competizioni.

    Α.3 δεν υπάγονται μοντέλα αεροσκαφών ειδικά σχεδιασμένα για ψυχαγωγικούς ή αγωνιστικούς σκοπούς.

Εικόνες με "a"

Φράσεις παρόμοιες με "a" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "a" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη