Μετάφραση του "abbondante" σε Ελληνικά

Οι πλούσιος, άφθονος, γερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abbondante" σε Ελληνικά.

abbondante adjective verb masculine γραμματική

Presente in grande quantità.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλούσιος

    adjective masculine

    Se la vergogna fosse un abbondante deposito di zinco, sarei lo Zambia.

    Άν η ντροπή ήταν πλούσια κοιτάσματα ψευδαργύρου, θα ήμουν η Ζάμπια.

  • άφθονος

    adjective masculine

    Morte, piu abbondante di quante lacrime abbia il paradiso da piangere.

    Θάνατος... πιο άφθονος απ'όσα δάκρυα έχουν τα ουράνια για να θρηνήσουν.

  • γερός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abbondante " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "abbondante" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abbondante" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη