Μετάφραση του "abietto" σε Ελληνικά
Οι άθλιος, αχρείος, αχαρακτήριστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abietto" σε Ελληνικά.
abietto
adjective
verb
masculine
γραμματική
Che manca di onore o di moralità o che sembra mancare di tali attributi.
-
άθλιος
adjective masculine -
αχρείος
noun masculineIl mio Giacobbe non sarebbe mai così abietto.
Ο Ιακώβ μου δεν είναι αχρείος.
-
αχαρακτήριστος
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ποταπός
- πρόστυχος
- χυδαίος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abietto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη