Μετάφραση του "acconto" σε Ελληνικά

Οι προκαταβολή, λογαριασμός, δόση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acconto" σε Ελληνικά.

acconto noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προκαταβολή

    noun feminine

    In moltissimi casi un primo acconto è seguito da diversi altri.

    Σε πάρα πολλές περιπτώσεις, μετά από μια πρώτη προκαταβολή, ακολουθούν πολλές άλλες.

  • λογαριασμός

    noun masculine

    Gli acconti e gli anticipi sono valutati al loro valore nominale.

    Οι προκαταβολές και οι πληρωμές έναντι λογαριασμού αποτιμώνται στην ονομαστική τους αξία.

  • δόση

    noun feminine

    Un primo acconto di 75000 è versato al Portogallo subito dopo la notifica ufficiale della presente decisione.

    Στην Πορτογαλία καταβάλλεται πρώτη δόση 75000 ευρώ αμέσως μετά την επίσημη ανακοίνωση της παρούσας απόφασης.

  • προπληρωμή

    noun

    Ciò consentirebbe alla Commissione di intervenire immediatamente, versando un acconto non appena lo Stato colpito presenta domanda di aiuto.

    Αυτό θα επιτρέψει στην Επιτροπή να λάβει άμεσα μέτρα κάνοντας προπληρωμή μόλις το πληγέν κράτος υποβάλει την αίτηση για βοήθεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acconto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acconto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη