Μετάφραση του "accovacciarsi" σε Ελληνικά
Οι κάθομαι οκλαδόν, κάθομαι σταυροπόδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accovacciarsi" σε Ελληνικά.
accovacciarsi
verb
γραμματική
Abbassare il proprio corpo in prossimità del pavimento piegando completamente le ginocchia.
-
κάθομαι οκλαδόν
-
κάθομαι σταυροπόδι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " accovacciarsi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη