Μετάφραση του "accudire" σε Ελληνικά
Οι φροντίζω, φροντίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accudire" σε Ελληνικά.
accudire
verb
γραμματική
Prendersi cura di un paziente, applicandogli delle cure mediche. [..]
-
φροντίζω
verbGia', ma ricordatevi che e'anche tornata per accudire il vecchio padre.
Nαι, αλλά θυμήσου πως αυτή επέστρεψε επίσης, για να φροντίσει τον γέρο πατέρα της.
-
φροντίδα
noun feminineGli animali sono accuditi da un numero sufficiente di addetti aventi adeguate capacità, conoscenze e competenze professionali.
Η φροντίδα των ζώων ανατίθεται σε επαρκή αριθμό προσώπων με κατάλληλες ικανότητες, γνώσεις και επαγγελματικά προσόντα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " accudire " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη