Μετάφραση του "accusato" σε Ελληνικά

Οι κατηγορούμενος, εναγόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accusato" σε Ελληνικά.

accusato adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατηγορούμενος

    noun masculine

    Nessuno ha delle lamentele contro di loro o li accusa di disonorare il distintivo.

    Κανένας δεν έχει αναφέρει παράπονα εναντίον τους ή δεν τους έχει κατηγορήσει ότι πρόδωσαν το σήμα τους.

  • εναγόμενος

    particle

    A suo parere, l' accusato era contento di partecipare al filmino con la sua ragae' e' a?

    Σας φάνηκε ότι ο εναγόμενος διασκέδαζε... που έπαιζε στην ταινία με τη φίλη του

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " accusato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "accusato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κατηγορούμενος
  • ενοχοποιώ · κατηγορώ
  • κατηγορία · κατηγορία για αδίκημα · κατηγορητήριο
  • συκοφαντία του αίματος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "accusato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη